Σάββατο, 23 Οκτωβρίου, 2021
Αρχική Πολιτισμός Ποίηση Φιλαρέτη Βυζαντίου : « ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ » , σύντομα κοντά μας, ...

Φιλαρέτη Βυζαντίου : « ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ » , σύντομα κοντά μας, η 2η , υπό έκδοση ποιητική συλλογή της συγγραφέως

Στην σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία , η ποίηση , ορίζεται ευτυχώς μοναδικά από τον εκάστοτε στοχαστή. Με αφορμή μια νέα ποιητική συλλογή που ετοιμάζεται να εκδοθεί σύντομα , έχουμε την χαρά της μετάδοσης έξι ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο , με το προσωπικό ύφος  της συγγραφέως , της αγαπητής Φιλαρέτης Βυζαντίου.  Και είναι ευχής έργο, καθώς αθόρυβα πάντα έρχεται να μοιραστεί μαζί μας το δικό της πνευματικό συμβάν, λιτά, ελλείψει αμετροέπειας,  με την πυκνότητα και δυναμική των λέξεων,  όπως  θα διαπιστώσουμε  παρακάτω στα ποιήματα που μας εμπιστεύτηκε, από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή « ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ » 2017 – 2020

Καλωσορίζουμε την ποιήτρια Φιλαρέτη Βυζαντίου και της ευχόμαστε το ταξίδεμα της ποιητικής αυτής συλλογής να είναι το κίνητρο για περισσότερους αναγνώστες .

 

Λίγα λόγια γνωριμίας από την συγγραφέα ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

H  Φιλαρέτη  Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας Φ. Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων.
Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.
Αποφοίτησε με ειδίκευση στις βυζαντινές και νεοελληνικές σπουδές.
Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση.
Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια , δημοσιεύοντας κατά καιρούς έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2018 από τις εκδόσεις ”ΚΥΜΑ”  με τον τίτλο ”ΠΥΡ  ΕΣΩΤΕΡΟΝ”
Υπό έκδοση βρίσκονται αυτή τη στιγμή άλλες δύο ποιητικές της συλλογές με τίτλο ‘’ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ ‘’ και ‘’ΑΞΟΔΕΥΤΟ ΦΩΣ’’ αντίστοιχα.

[ Τα ποιήματα περιέχονται στην υπό έκδοσιν 2η ποιητική συλλογή της Φιλαρέτης Βυζαντίου ‘’ ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ’’ 2017-2020]

 

1)”ΔΕΥΡΟ ΑΓΑΠΗΣΩ ΣΕ”

Έρχονται κάποιες εποχές με αναγυρισμένα τα βλέφαρα
Πού να κοιτάξουνε δεν ξέρουν
Έρχονται κάποια σύννεφα φορτωμένα θυμό και στάλες πόνου μεθυστικού
Πού να βρέξουνε δεν ξέρουν
Κι έρχονται και κάποιοι άνθρωποι με ψεύτικες αγκαλιές και φιλιά άγευστα σαν του Ιούδα
και πικρά σαν της σταύρωσης
Πώς να σε πληγώσουν το κατέχουν καλά
Μα δεν έχεις τρόπο να τους γνωρίσεις από πριν
Γιατί σαν σε γέννησε εκείνη η μάνα σου η αστραπή
τη νύχτα με τα χίλια αστέρια και την μία μικρή σελήνη
την πάμφωτη , την πλανερή
εσύ τυλίχτηκες στα σάβανα της αθωότητας για πάντα
Και κανείς δεν ήρθε να σου φωνάξει ”δεύρο αγαπήσω σε”
για να καταλάβεις
ποιο το πρόσωπο της αλήθειας
της πλάνης το πρόσωπο ποιο…

2) ΠΕΣ ΜΟΥ

Καίγονται οι λέξεις
έτσι όπως μαλακά κι αθόρυβα καίγονται οι άνθρωποι
Μπερδεύονται οι ψυχές
τα βλέμματα
οι σιωπές
Δύσκολο να αλλάξεις ουρανό
χωρίς να γκρεμίσεις τη γη που σε αντέχει
Μη μου μιλάς με ακατάληπτα μονοσύλλαβα και ρήματα σκουριασμένα
Μη μου μιλάς
-σε ικετεύω πια-
με λόγια τσαλακωμένα
Πες μου μ’ ανέγγιχτα ποιήματα και στίχους ξεγυμνωμένους
αυτά που καίνε την καρδιά μας…

3) ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΘΕΛΩ

Να γράψω θέλω
λες
και όλα τα μολύβια
οι πένες όλες εξαφανίζονται
και μένεις μόνον με το μπαρούτι στα δάχτυλα
και το μυρίζεις
ανασαίνεις πόλεμο
και μάχες και φωτιά
και νεκρούς
χιλιάδες νεκρούς
με πιο ελεεινό
τον εαυτό σου
αυτό το χαμογελαστό κορίτσι
το περήφανο
το τολμηρό
που αποφάσισε να αλλάξει τους στίχους
να αλλάξει την προβιά του αμνού
που έριξε στους ώμους του
η μάνα του η ποίηση
και να αποκαλύψει το βλέμμα του άγριου θηρίου
που λαβωμένο καθώς είναι
ουρλιάζει φοβερά
και γίνεται επικίνδυνο
για όλους
και για όλα

Να γράψω θέλω
λες
και οι λέξεις σκύβουν βαθιά στο χώμα
κάνουν πως προσκυνούν τη γη που πατάς
και αίφνης τις βλέπεις απέναντί σου
να σε λιθοβολούν
αδίστακτα
Άσε μας ήσυχες, σου φωνάζουν
τί θέλεις κάθε λίγο από μας;
Ποιος το δικαίωμα σου έδωσε
να μας στήνεις πρώτη γραμμή στο μέτωπο της φωτιάς
να μας εκθέτεις ,ποιος σου είπε ,ανεπανόρθωτα
έτσι που χρόνια μετά
να πρέπει να απολογηθούμε
για κάθε σφαίρα που δεν βρήκε το στόχο της
κάθε λιμάνι που βύθισε τα καράβια του
κάθε νύχτα που έκαψε τα φεγγάρια της
κάθε επανάσταση που λιποτάκτησε από τα μετερίζια της
κάθε κραυγή που πνίγηκε στα λαρύγγια μας
κάθε απόγνωση που μεταφράστηκε σε εκστατική χαρά
κάθε θάνατο που τη ζωή υποδύθηκε

Να γράψω θέλω
λες
μα πώς ;
Πώς να ταιριάξεις μέσα στην ψυχή σου τα αταίριαστα
πώς να εκφράσεις τα ανομολόγητα
αφού ο έρωτας γεννήθηκε απλώς
για να προδίδει
όχι για να προδίδεται
και αν το λόγο του ζητήσεις
χάθηκες
Καμία λέξη αξιοπρεπής
δεν πρόκειται ποτέ να σε ακολουθήσει
Και τότε
ποιος ο λόγος να θέλεις πια να γράψεις …

 

4) ΤΥΦΛΗ ΒΟΛΗ
Τράβηξα τις αφέλειες του ήλιου
στο πλάι
Ως εδώ
Θα με κοιτάς κατάματα
είπα
Τυφλώθηκα
Χρόνια το ήθελα
Καλύτερα έτσι
Πιο έντιμο το σκοτάδι
Δεν σε παραπλανά
Είναι αυτό που είναι
Φέρεις ακέραια την ευθύνη
της όποιας συντριβής
εντός του
Ακέραια

Κλείνω τα παράθυρα
Άρχισε να φυσά
Σε βλέπω να περνάς
Δεν κοιτάζεις πουθενά
Ας ήταν έστω
να σκοντάψεις στην πόρτα μου
Μα τί λέω!
Οι βλέποντες δεν σκοντάφτουν
Οι τυφλοί μόνον
Ή μήπως όχι;

Θέλω να σπαταληθώ ασύδοτα
σήμερα
Μέσα στο σκοτάδι μου
μέσα στις αγαλήνευτες φωνές
που τρικυμίζουν τα οστά μου
μέσα στις σελίδες ενός τετραδίου
άγραφου απ΄ άκρη σ’ άκρη
μέσα στον πυρετό
μιας ποίησης ακατέργαστης
και λίαν απαιτητικής
Απρόθυμη ερωμένη
θα την έλεγα

Καταπίνω τις ώρες αμάσητες
Λαμβάνω θέση ακροβολιστή σκοπευτή
Το επόμενο θύμα
η τραγελαφική μοίρα μου
Δεν πρέπει να αστοχήσω
ξανά
Δεν πρέπει
Ποιες οι πιθανότητες
για μία τυφλή;
Καμία

Κραυγή
Έντρομο φτερούγισμα πουλιών
Ταχύτητα ανέμου μηδέν
Φτύνω τις ενοχές
αμάσητες

Για δες
Απίστευτη η ορατότητα
εντός του σκότους !
Βολή απολύτως εύστοχη
Επιτέλους …

 

5) ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΜΟΥ ΜΟΝΟΝ…

Τί θα μου καταλογίσετε σήμερα
προσφιλείς μου τέσσερις τοίχοι
του δωματίου μου;
Ακίνητη στέκομαι
όπως τα κάδρα πάνω σας
που βγάλανε ρίζες
και σας διαπερνούν
σαν αιμοφόρα αγγεία
με αναμνήσεις τρυφερές
και μη
με φωνές και ψιθύρους
που διαχέονται στην ατμόσφαιρα

Και πιο κει η ντουλάπα
η δρύινη
με τα τέσσερα φύλλα
γεμάτη από άδεια φορέματα
και λυπημένα παλτά
γεμάτη με τις ευωδιές κορμιών
που κάποτε ευτύχησαν να περπατήσουν
σε όνειρα
κι ας μην ήταν παρά μικροί ανέντιμοι εφιάλτες

Τί μου καταλογίζεις ψάθινη πολυθρόνα μου;
Σκέβρωσες μαζί με τις αποτυχίες
και τις απελπισίες μου
Θέση δεν δέχτηκες ποτέ να αλλάξεις
Ρίζωσες κι εσύ
σ’ αυτό το βασανισμένο πάτωμα
που τρίζει κάθε νύχτα και θρηνεί
που δεν πατήθηκε από ματοκυλισμένους έρωτες
που δεν ανέπνευσε χορταστικά
εξαιτίας της οξειδωμένης σκόνης
και των σκουριασμένων καρφιών
κάποιας ευσταυρωμένης ποίησης

Τί μου καταλογίζεις , ζωή ;
Την άρνησή μου να σπάσω τις πόρτες
να κάψω τα παράθυρα
να ξηλώσω το πάτωμα
να γκρεμίσω τους τοίχους
του δωματίου
όπου εσύ με φυλάκισες ;

Κι εσύ, εαυτέ μου, ακατανόητε
τί μου καταλογίζεις;
Δόλια πιστοποίηση ευτυχισμένου βίου;
Ή μήπως εμμονή δειλή εκούσιου εγκλεισμού
άνευ αιτίας;

Ω!! πόσο σας παραπλάνησα όλους τελικά!
Κι εσένα
και το δωμάτιο
και τους τοίχους
και την ποίηση
και τη ζωή
Ποτέ δεν υπήρξα εκεί
Το είδωλό μου μόνον

Κι εσείς νομίσατε
πως με είχατε δική σας
Ανόητοι και αφελείς !
Ποιος μπορεί να φυλακίσει ποτέ
βλεφάρισμα αήττητου αρχαγγέλου …!

 

6) ΤΟ ΣΚΑΜΝΑΚΙ

Καθόταν σε κείνο το μαυριδερό
σκαμνάκι
Σκυμμένη όλη μπροστά
Το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα
Και γύρω η σιωπή
Κάποτε -κάποτε άκουγε
τη σταλαγματιά του χρόνου
Στην αρχή τη γαλήνευε
τακ-τακ -τακ -τακ
Μα σιγά -σιγά γινόταν μαρτυρική
Αντηχείο το μυαλό της
Σαν σφυρί σε μέταλλο
ο κάθε χτύπος
Ανηλεής

Μέσα της αναδευόταν γη
και ουρανός
και τα καταχθόνια
και οι άγγελοι χτυπούσαν ακατάπαυστα
τις φτερούγες
και οι δαίμονες τις δικές τους
και οι αλκυόνες τσίριζαν για τα χαμένα πουλιά τους
και οι θάλασσες στηθοκοπιόντουσαν
για τα καράβια που έπνιξαν
και κλαίγανε οι αλμυρισμένες γοργόνες
για τους χαμένους τους έρωτες
και κλαίγανε και τα σήμαντρα
των ξωκκλησιών
που τα ρήμαξε ο χρόνος
και δάκρυζαν και οι απροσκύνητες εικόνες
των σαρακοφαγωμένων τέμπλων

Καθόταν σε κείνο το μαυριδερό σκαμνάκι
ευθυτενής
Κοιτούσε τις γλώσσες τις ειρωνικές της φωτιάς
στο τζάκι
Την περιπαίζανε
την ξέντυναν από αυταπάτες
και κιτρινισμένα οράματα
Την λοιδορούσαν για τα παραμύθια
που επέλεξε για ζωή
για τα ποιήματα που υποδύονταν την αγάπη
Την κατέφλεγαν με την αλήθεια τους
και την καταδίκαζαν
Ανηλεώς

Σηκώθηκε απότομα
Άρπαξε το σκαμνί
Το πέταξε με λύσσα στη φωτιά
Γύρισε προς τη δύση
Τίναξε πίσω το κεφάλι της

”Φως εκ φωτός αγίας δόξης”
μη με προδώσεις…

 

Peakupnews

Αγάθη Ρεβύθη

- Advertisment -

Most Popular