Σάββατο, 23 Οκτωβρίου, 2021
Αρχική Νέα Έφυγε ο Μίκης Θεοδωράκης «Ο γίγαντας μουσικοσυνθέτης», διεθνούς ακτινοβολίας- ο αγωνιστής –...

Έφυγε ο Μίκης Θεοδωράκης «Ο γίγαντας μουσικοσυνθέτης», διεθνούς ακτινοβολίας- ο αγωνιστής – στα 96 του χρόνια

Έφυγε ο Μίκης Θεοδωράκης «Ο γίγαντας μουσικοσυνθέτης», διεθνούς ακτινοβολίας- ο αγωνιστής – στα 96 του χρόνια

 

      

Έφυγε σήμερα 2 Σεπτεμβρίου 2021 από τη ζωή ο μεγάλος μας συνθέτης και αγωνιστής Μίκης θεοδωράκης, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε κάθε σπιθαμή ελληνικής γης, αλλά και σε όλο τον κόσμο, που αναγνώριζε το τεράστιο καλλιτεχνικό του μέγεθος.

Πλήρης ημερών, στα 96 του. Έχοντας ζήσει μια ζωή συγκλονιστική από κάθε άποψη. Έχοντας βρεθεί αρκετές φορές αγκαλιά με τον θάνατο, αλλά και με το μεγαλείο. Έζησε διώξεις, πολιτικοκοινωνικούς αγώνες, καταξίωση, έρωτες, εξορίες, επιτυχία, φιλίες, κι άλλους αγώνες, κι άλλες διακρίσεις, αναγνώριση, αμφισβήτηση. Βασανίστηκε ανηλεώς από Ιταλούς, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, επί χούντας… Έζησε την λατρεία του κόσμου. Μα πάνω απ’ όλα, εκείνο για το οποίο και δια του οποίου έζησε ήταν η δημιουργία. Η μουσική δημιουργία πρωτίστως, μα όχι μόνο. Το «Είμαστε δυό, είμαστε τρείς/ είμαστε χίλιοι δεκατρείς/ καβάλα πάμε στον καιρό» δικό του είναι. Όπως και τόσοι άλλοι στίχοι εμβληματικών τραγουδιών του.
Ο Μίκης Θεοδωράκης πέθανε πλήρης ημερών. Και έργων, και λόγων. Έφυγε χορτασμένος, φτασμένος, κι όταν έπρεπε. Μα, έπρεπε; Με έναν περίεργο τρόπο, το ψηλόλιγνο αγόρι που γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στην Χίο, και μεγαλώνοντας έγινε λαοφίλητος μουσικοσυνθέτης, λόγιος και λαϊκός ταυτόχρονα, κι ακόμη περισσότερο έγινε σύμβολο κοινωνικών αγώνων, πολιτικός αγωνιστής, πολιτικός κανονικός, διανοητής της Αριστεράς, αυτός ο άνθρωπος, που κάπως αισθανόσουν ότι θα είναι για πάντα παρών στην δημόσια σφαίρα της χώρας, δεν μπορεί να πέθανε…
Συνήθως, οι σπουδαίοι καλλιτέχνες φεύγοντας αφήνουν παρακαταθήκη το έργο τους. Ο Μίκης Θεοδωράκης, όμως, αφήνει πίσω πολλά περισσότερα από την πολυσχιδή, μεγαλειώδη και πασίγνωστη μουσική του. Μας αφήνει το παράδειγμα της ζωής του. Πέρα από ιδεολογικές διαφορές και τοποθετήσεις, ο Μίκης μας κληροδοτεί το παράδειγμα της δίψας (του) για την ζωή.

 

https://youtu.be/S43rVMydQ_Q

 

 

https://youtu.be/1hTKcYsMfVk

 

Η ποίηση της μουσικής

 

                  

 

Η μελοποίηση ποιημάτων έχει θεωρηθεί ως ο «κεντρικός πυλώνας της δημιουργικότητάς του», όπως έχει πει η ερμηνεύτρια Νένα Βενετσάνου. Εκεί οι ποιητές παρελαύνουν: Άγγελος Σικελιανός, Ανδρέας Κάλβος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Μανόλης Αναγνωστάκης, αλλά και Πάμπλο Νερούδα, Λόρκα, Μπέρναρντ Μπίαμ. Οι στίχοι τους γίνονται έτσι προσιτοί στο ευρύ κοινό, πλαισιώνοντας λαϊκά τραγούδια που θέτουν θεμελιώδεις αξίες και σταθερές στη σύγχρονη ελληνική μουσική δημιουργία. Ο ίδιος εξάλλου, όταν ήταν κρατούμενος στις φυλακές Ωρωπού, έγραφε: «Εν αρχή ήν ο λόγος….η μεγαλύτερή μου φιλοδοξία είναι να υπηρετήσω πιστά τη νεοελληνική κυρίως ποίηση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακούγοντας ένα τραγούδι, να μη μπορείς να φανταστείς τη μουσική σε άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με διαφορετική μουσική». Ο Μίκης Θεοδωράκης ουσιαστικά δημιούργησε το κίνημα της Μελοποιημένης Ποίησης, συμβάλλοντας στην ανάδυση μιας πλειάδας ποιητών και στην αναβάθμιση του τραγουδιού. Συγχρόνως, βοήθησε μια ολόκληρη γενιά να αποκτήσει τον δικό της λόγο.

Η φήμη του ξεπέρασε από νωρίς τα σύνορα της χώρας. Συνέθεσε τον πιο αναγνωρίσιμο, ίσως, ελληνικό ρυθμό διεθνώς, το συρτάκι από την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς» (1964), ενώ τραγούδια του ερμηνεύτηκαν από διάσημους καλλιτέχνες, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και η Εντίθ Πιάφ. Επένδυσε μουσικά γνωστές ταινίες, όπως το «Ζ» (1969), που τιμήθηκε με το βραβείο BAFTA πρωτότυπης μουσικής, η «Φαίδρα» (1962), με τραγούδια σε στίχους Νίκου Γκάτσου και «Σέρπικο» (1973), για τη μουσική της οποίας ήταν υποψήφιος για Grammy το 1975 (το ίδιο βραβείο διεκδίκησε και για τη μουσική του «Αλέξη Ζορμπά» το 1966).

Παράλληλα, από πολύ νέος ανέπτυξε πλούσια αντιστασιακή και πολιτική δράση, ενώ με ποικίλες παρεμβάσεις, βιβλία και συνεντεύξεις παρέμεινε ενεργός ως το τέλος της ζωής του.

 

 

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Μιχαήλ (Μίκης) Θεοδωράκης γεννήθηκε στη Χίο στις 29 Ιουλίου 1925, από πατέρα Κρητικό και μητέρα Μικρασιάτισσα. Ο πατέρας του ήταν ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, γι’ αυτό πέρασε τα παιδικά του χρόνια μετακινούμενος σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, από τη Μυτιλήνη, τη Σύρο και την Αθήνα έως τα Ιωάννινα, το Αργοστόλι, την Πάτρα, τον Πύργο και την Τρίπολη. Τα πρώτα του μουσικά ακούσματα ήταν οι ψαλμωδίες της ορθόδοξης εκκλησίας, στις οποίες έπαιρνε μέρος σαν ψάλτης.

Τη διετία 1937-1939 πήρε τα πρώτα μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Πατρών και δημιούργησε τα πρώτα του τραγούδια, συνθέσεις οι οποίες βασίστηκαν σε στίχους των Σολωμού, Παλαμά, Δροσίνη και Βαλαωρίτη, τους οποίους έβρισκε άλλοτε στα σχολικά βιβλία και άλλοτε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του. Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του «Κασσιανή» και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται.

Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου το 1943 ξεκινάει μουσικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και γνωρίζεται με την έντεχνη ευρωπαϊκή μουσική. Ως εκείνη την εποχή, έχει επηρεαστεί από τη βυζαντινή μουσική, έχει σχηματίσει χορωδία και έχει συνθέσει τραγούδια και κομμάτια για βιολί και πιάνο. Παράλληλα αναπτύσσει αντιστασιακή δράση. Εντάσσεται στην ΕΠΟΝ και το 1944 γίνεται γραμματέας εκπολιτισμού. Τον ίδιο χρόνο εντάσσεται στον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αθηνών και λαμβάνει μέρος σε μάχες κατά των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, καθώς και στα Δεκεμβριανά. Λόγω των προοδευτικών του ιδεών, καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση. Το 1947 εξορίζεται στην Ικαρία και ένα χρόνο αργότερα μεταφέρεται στη Μακρόνησο, από την οποία απολύεται τον Αύγουστο του 1949

Εξαιτίας της πολιτικής του δράσης και των διώξεων που υπέστη καθυστέρησε να πάρει το δίπλωμά του από το Ωδείο στην αρμονία, την αντίστιξη και τη φούγκα, γεγονός που συνέβη το 1950. Από το 1954 μέχρι το 1957, σπούδασε στο Παρίσι με υποτροφία και συνέγραψε τις τρεις μουσικές μπαλέτου «Αντιγόνη», «Les Amants de Teruel» και «Le Feu aux Poudres», οι οποίες γνώρισαν επιτυχία στη γαλλική πρωτεύουσα και στο Λονδίνο, ενώ την ίδια περίοδο συνέθεσε και το έργο «Οιδίπους Τύραννος». Το 1957 λαμβάνει το χρυσό μετάλλιο στο Φεστιβάλ της Μόσχας για την «Πρώτη Συμφωνία για πιάνο και ορχήστρα».

Το 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα. Ήδη από το Παρίσι είχε πάρει τις μεγάλες μουσικές αποφάσεις του. Διαφωνώντας ριζικά με τις νέες τάσεις και φορτωμένος συναισθηματισμό, λυρισμό και παράδοση, συνέθεσε το 1958 τον «Επιτάφιο», σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, έργο που έμελλε να επηρεάσει σοβαρά την εξέλιξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής.

Το «Άξιον εστί» θα γίνει το πρώτο μεγάλο έργο του με χορωδία, το οποίο ο συνθέτης ονομάζει «λαϊκό ορατόριο – μετασυμφωνικό», χαρακτηρισμός που δηλώνει «όχι τόσο την χρονική απόσταση όσο την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη δυτική και την νεοελληνική μουσική τέχνη». Έμπνευσή του είναι η ποίηση του Ελύτη, αλλά και το δημοτικό τραγούδι, ενώ πολλά είναι τα νεωτεριστικά στοιχεία που πλαισιώνουν το έργο, όπως η ταυτόχρονη παρουσία αφενός του αφηγητή-ψάλτη και του λαϊκού τραγουδιστή και αφετέρου της κλασικής και της λαϊκής ορχήστρας.

Το 1963 ιδρύει μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι τη Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες σ’ όλη την Ελλάδα προσπαθώντας να εξοικειώσει τον κόσμο με τα αριστουργήματα της συμφωνικής μουσικής. Στο μεταξύ, συνεχίζει την πολιτική του δράση. Γίνεται ιδρυτικό μέλος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, της οποίας διετέλεσε και πρόεδρος (1964-67), ενώ το 1963 συλλαμβάνεται επειδή έλαβε μέρος στην 1η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης και ενώ ήταν ήδη γνωστός ως συνθέτης και μάλιστα με μεγάλη δημοτικότητα.

Το 1964 εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής της ΕΔΑ στη Β’ εκλογική περιφέρεια Πειραιά και, ένα χρόνο αργότερα, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ίδιου κόμματος. Το 1967, η δικτατορία των συνταγματαρχών απαγορεύει την εκτέλεση, την πώληση και την ακρόαση των τραγουδιών του. Την ίδια χρονιά (1967) γίνεται ιδρυτικό μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο» (ΠΑΜ) και λόγω της δράσης του συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας και, τέλος, το στρατόπεδο Ωρωπού. Όλο αυτό το διάστημα συνθέτει συνεχώς, ενώ πολλά από τα έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στέλνει στο εξωτερικό, όπου ερμηνεύονται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.

Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται επικίνδυνα. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες, όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λόρενς Ολιβιέ και Ιβ Μοντάν, δημιουργούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά, το 1970, υπό τις πιέσεις αυτές και με τη μεσολάβηση του Γάλλου πολιτικού και συγγραφέα Ζαν Ζακ Σρεβάν Σρεμπέρ, η δικτατορία τον αφήνει να φύγει στο Παρίσι.

Το ίδιο έτος γίνεται πρόεδρος του ΠΑΜ και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕεσ. Από την απελευθέρωσή του και μέχρι την πτώση της δικτατορίας τον Αύγουστο του 1974, δίνει συναυλίες σε όλο τον κόσμο προπαγανδίζοντας την αντίσταση του ελληνικού λαού και ζητώντας την πτώση της δικτατορίας. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα τα τραγούδια του ακούγονται παράνομα και γίνεται σύμβολο αντίστασης.

Το 1972 ιδρύει την πολιτική κίνηση «Νέα Ελληνική Αριστερά» και γίνεται συνιδρυτής του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης. Το 1974 ήταν υποψήφιος βουλευτής Β΄ Πειραιά με την «Ενωμένη Αριστερά». Το 1975 επανεξελέγη μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΔΑ, ενώ το 1978 συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων υποστηριζόμενος από το ΚΚΕ. Έναν χρόνο αργότερα έγινε ιδρυτικό μέλος της Κίνησης για την Ενότητα της Αριστεράς (ΚΕΑ).

Μουσικά, στο διάστημα 1967 έως 1980 στρέφεται ιδιαίτερα στη σύνθεση κύκλων τραγουδιών, συνθέτοντας 22 κύκλους, ανάμεσά τους και τα «Τραγούδια του αγώνα», «Ο ήλιος και ο χρόνος», «Μυθιστόρημα», «Αρκαδίες I, II, III, IV, VIII, X, XI», «Μπαλάντες» και άλλα. Αξιομνημόνευτη είναι η σύνθεση του Canto General, ένα παγκοσμίως αγαπημένο έργο βασισμένο στο ποίημα του Πάμπλο Νερούντα. Το έργο άρχισε να συντίθεται στο Παρίσι το 1972, όπου πρωτοπαρουσιάστηκε στο φεστιβάλ της Humanité τον Σεπτέμβριο του ’74, ενώ στην Ελλάδα ακούστηκε για πρώτη φορά στις μεγάλες συναυλίες που έγιναν στο Στάδιο Καραϊσκάκη και στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού τον Αύγουστο του 1975.

Το 1981 εξελέγη βουλευτής Β΄ Πειραιά με το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ και το 1985 βουλευτής Επικρατείας πάλι με το ΚΚΕ. Το 1987 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνοτουρκικής Επιτροπής Φιλίας. Το 1989 γίνεται, μαζί με τον σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο, ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, η οποία απονέμει τα βραβεία «Φελίξ». Στις 16 Οκτωβρίου 1989 συμπεριλήφθηκε στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Εξελέγη στις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου και επανεξελέγη στις εκλογές του Απριλίου του 1990. Και στις δύο περιπτώσεις κατέθεσε δήλωση ανεξαρτήτου βουλευτή, συνεργαζόμενου με τη ΝΔ. Όπως είχε δηλώσει στον Τύπο, στρατεύτηκε με τη ΝΔ «η οποία είναι η ισχυρή έπαλξη που μπορεί να βγάλει τον τόπο από τα εθνικά αδιέξοδα στα οποία οδηγήθηκε από την οκτάχρονη πολιτική του ΠΑΣΟΚ». Από τις 29 Νοεμβρίου 1989, έως τις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 υπήρξε ανεξάρτητος βουλευτής συνεργαζόμενος με τη Νέα Δημοκρατία.

Τον Απρίλιο του 1990 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικό αξίωμα ως υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μέχρι τον Αύγουστο του 1991, οπότε ανέλαβε υπουργός Επικρατείας. Στις 30 Μαρτίου 1992, παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού για να αφοσιωθεί, όπως ανέφερε, στο συνθετικό του έργο. Ταυτόχρονα, δήλωσε υποστήριξη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και συμμετοχή στις εργασίες της Βουλής ως ανεξάρτητος βουλευτής συνεργαζόμενος με τη ΝΔ.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1992 υπέβαλε την παραίτησή του από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου, επειδή δέχθηκε στο διαγωνιστικό της τμήμα ταινία προερχόμενη από τη δημοκρατία των Σκοπίων, ως προερχόμενη από τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το 1992 συνέθεσε τον ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης και την ίδια χρονιά, στις 12 Οκτωβρίου, κατέθεσε δήλωση ανεξαρτησίας στο προεδρείο της Βουλής, τερματίζοντας τη συνεργασία του με την κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι στηρίζει την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στις 9 Μαρτίου 1993 παραιτήθηκε από βουλευτής και ανέλαβε γενικός διευθυντής των μουσικών προγραμμάτων της ΕΡΤ.

Στις 16 Ιουνίου 1994 παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου και τη γενική διεύθυνση της ΕΡΤ για προσπάθεια θανάτωσης του οργανισμού δια της μεθόδου της ασφυξίας. Η παραίτησή του έγινε δεκτή από το ΔΣ της ΕΡΤ στις 5 Οκτωβρίου. Τον Ιούνιο του 1996, ορίστηκε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Τουρισμού που συστάθηκε από την υπουργό Ανάπτυξης Βάσω Παπανδρέου.

Την 1η Δεκεμβρίου του 2010 ανακοίνωσε την ίδρυση Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών με το όνομα «Σπίθα» ενάντια στο καθεστώς του «Μνημονίου», με στόχο τη συμμετοχή του κάθε ανεξάρτητου πολίτη για την έξοδο της χώρας από τη βαθιά κρίση, στην οποία την υποχρέωσαν η διεθνής κρίση του καπιταλισμού και οι εξαρτημένοι από διεθνή κέντρα εξέχοντες πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι. Την 1η Φεβρουαρίου 2012 μαζί με τον Μανώλη Γλέζο και τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Γιώργο Κασιμάτη παρουσίασαν την πολιτική κίνηση «ΕΛΑΔΑ» (Ενιαία Λαϊκή Δημοκρατική Αντίσταση) με σκοπό τη συγκρότηση ενός μεγάλου αντιμνημονιακού μετώπου.

Στις 19 Σεπτεμβρίου του 2013 ανακοίνωσε την «αποστρατεία» του από την πολιτική ζωή της χώρας, χωρίς ωστόσο να σταματήσει τις παρεμβάσεις ως το τέλος, όπως όταν τον Μάιο του 2017, μαζί με άλλους ανθρώπους του πνεύματος, καλούσε τον κόσμο να κατέβει στο Σύνταγμα για να διαμαρτυρηθεί «ενάντια στο πραξικοπηματικό και καταστροφικό 4ο μνημόνιο».

Τέλος, δυο σημαντικά μουσικά γεγονότα σημάδεψαν το 2017 όσον αφορά τον σπουδαίο συνθέτη: Η συναυλία που έδωσε στις 24 Μαΐου 2017 στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας η ιστορική ορχήστρα της πόλης, παίζοντας τρία συμφωνικά έργα του Μίκη Θεοδωράκη (2η και 3η Συμφωνία και το «Οιδίπους Τύραννος») υπό τη διεύθυνση του Baldur Brönnimann, καθώς και η παράσταση – αφιέρωμα «ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ» στο Καλλιμάρμαρο στις 19 Ιουνίου. Για πρώτη φορά 1.000 χορωδοί από 30 πόλεις της Ελλάδας σχημάτισαν μία πελώρια χορωδία, η οποία με τη συνοδεία Συμφωνικής Μαντολινάτας απέδωσαν μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου δημιουργού.

Βραβεία και διακρίσεις

Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις, όπως το βραβείο ειρήνης «Λένιν» της Σοβιετικής Ένωσης (1983), το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος που του απονεμήθηκε στις 24 Ιουλίου 1995 από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο , καθώς και το παράσημο του αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής, ανώτατη διάκριση της Γαλλικής Δημοκρατίας (Μάρτιος 1996). Στις 27 Μαΐου 1996 το Πανεπιστήμιο Αθηνών τον αναγόρευσε «ομοθύμως» επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Μουσικών Σπουδών και τον Μάρτιο του 2000 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Τον Ιούλιο του 2002 τιμήθηκε με το γερμανικό μουσικό βραβείο «Έριχ Κόρνγκολντ» και τον Μάιο του 2005 με το διεθνές βραβείο μουσικής για το 2005 από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσικής και την UNESCO. Επίσης, τον Μάρτιο του 2007 τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ τον Μάιο του 2013 η Ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έγινε η επίσημη τελετή υποδοχής του.

 

Βιβλία

Πλούσιο είναι και το συγγραφικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Μεταξύ άλλων έγραψε τα βιβλία «Το χρέος» (δύο τόμοι), εκδ. Τετράδια της Δημοκρατίας 1970-1971, «Μουσική για τις μάζες», εκδ. Ολκός, 1972, «Στοιχεία για μια νέα πολιτική», «Δημοκρατική και συγκεντρωτική αριστερά», εκδ. Παπαζήση, 1976, «Οι μνηστήρες της Πηνελόπης», εκδ. Παπαζήσης, 1976, «Περί Τέχνης», 1976, εκδ. Παπαζήση, «Η αλλαγή. Προβλήματα ενότητας της Αριστεράς», 1978, «Μαχόμενη Κουλτούρα», 1982, «Για την ελληνική μουσική», 1983 (το 1986 επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη), «Ανατομία της σύγχρονης μουσικής», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1983, «Star Sυstem», εκδ. Κάκτος, 1984, «Οι δρόμοι του αρχάγγελου» (αυτοβιογραφία σε πέντε τόμους), εκδ. Κέδρος, 1986-1995, «Ζητείται Αριστερά», εκδ. Σιδέρη, 1989, «Αντιμανιφέστο», εκδ. Γνώσεις, «Πού πάμε;», εκδ. Γνώσεις, 1989, «Ανατομία της Μουσικής», εκδ. Αλφειός, 1990, «Να μαγευτώ και να μεθύσω», 2000, εκδ. Λιβάνη, «Το μανιφέστο των Λαμπράκηδων», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2003, η τριλογία «Πού να βρω την ψυχή μου…», 2003, εκδ. Λιβάνη, με αποσπάσματα από συνεντεύξεις, άρθρα και ομιλίες του της τελευταίας δεκαετίας, «Μάνου Χατζηδάκι εγκώμιον», 2004, εκδ. Ιανός, «Σπίθα για μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δυνατή», εκδ. Ιανός, 2011, «Διάλογοι στο λυκόφως-90 συνεντεύξεις», εκδ. Ιανός, 2016, και «Μονόλογοι στο λυκαυγές», εκδ. Ιανός, 2017.

Επίσης, συνέγραψε πολλούς κύκλους ποιημάτων που μελοποίησε ο ίδιος, μεταξύ των οποίων και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», «Ο Ήλιος και ο Χρόνος», «Αρκαδία Ι», «Αρκαδία VI» και «Αρκαδία X» και το «Τραγούδι της γης» από τη συμφωνία Νο 2. Έχει επίσης δημοσιεύσει πολλά έργα στα Γαλλικά.

Το προσωπικό αρχείο του παραχωρήθηκε από τον ίδιο στη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη και είναι προσβάσιμο στους ενδιαφερόμενους μελετητές.

 

Συγχρόνως, ο Mikis Theodorakis έχει αναδειχθεί σε προσωπικότητα με εκτόπισμα στην διεθνή διαπραγματευτική σκακιέρα. Πρωτοστατεί, ας πούμε, στην προσέγγιση της ισραηλινής κυβέρνησης με τον Γιασέρ Αραφάτ το 1972 (παρεμπιπτόντως, η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Αραφάτ και Σιμόν Πέρες το 1994 στο Όσλο έγινε υπό την ζωντανή εκτέλεση του «Μαουτχάουζεν»). Ή συνεισφέρει ενεργά στην ελληνοτουρκική πολιτιστική γέφυρα φιλίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Δίνει διεθνώς συναυλίες κατά της ατομικής ενέργειας, υπέρ της Διεθνούς Αμνηστίας, κατά του πολέμου σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Συγχρόνως, συνθέτει πάντα – το 2002 παρουσιάζει την πασιφιστική όπερά του «Λυσιστράτη», λόγου χάρη.

Από τον κοινοβουλευτικό στίβο μπορεί να αποχώρησε, αλλά ο Μίκης ποτέ δεν έπαψε να παρεμβαίνει στα δημόσια πράγματα. Η σκληρή πολιτική, η ιδεολογική πολιτική, κοινωνικά ζητήματα, εθνικά ζητήματα, αθλητικά ζητήματα, ζητήματα «μικρά» πάντα ερέθιζαν την σκέψη του· κι ακολουθούσε ο εξπρεσιονιστικός λόγος του. Καμιά φορά, είχες την εντύπωση ότι πρώτα έτρεχε ο λόγος κι ακολουθούσε η σκέψη του. Όπως τότε, το 1999, στην διαβόητη on air υπενθύμιση του Μίκη προς τους συντρόφους του Οτζαλάν πως είναι «φιλοξενούμενοι» στην χώρα μας.

Προσωπικότητα που συνόψιζε ιδανικά την αγγλότροπη φράση «μεγαλύτερος από την ζωή» (larger than life), ο Μίκης κατάφερνε τακτικά να μπερδέψει ή να θυμώσει το κοινό του, αλλά και τον κόσμο όλο, με δηλώσεις ή πράξεις του. Κάποιοι, φερ’ ειπείν, διαφώνησαν έντονα όταν το 2015 ο Μίκης δεν… διαφώνησε με την επιλογή του Σάκη Ρουβά ως κεντρικού ερμηνευτή του «Άξιον εστί» σε τιμητική συναυλία του Δήμου Νέας Σμύρνης. Βγήκε ο ίδιος ο συνθέτης και τους απάντησε καταλλήλως. Πιο πρόσφατο, ίσως, παράδειγμα τέτοιας αμφιλεγόμενης φάσης ήταν η ολοκληρωτική μεταστροφή του σχετικά με το ζήτημα του ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας (τότε ΠΓΔΜ). Από την δήλωσή του «το θέμα της ονομασίας θα ξεπεραστεί, όταν οι σχέσεις των δυο λαών φθάσουν σε τέτοιο σημείο, που το όνομα δεν θα έχει καμιά σημασία» την άνοιξη του 1997, ο Μίκης έφτασε να είναι ο κεντρικός ομιλητής στο Παμμακεδονικό Συλλαλητήριο της Αθήνας (κατά της χρήσης του ονόματος «Μακεδονία») στις 4 Φεβρουαρίου του 2018.

 

      

 

Ένα από τα τελευταία του άρθρα,  γνώμης που αναρτήθηκε στο in.gr στις 11 Ιανουαρίου 2021.

Το κείμενο του Θεοδωράκη πραγματεύεται την πορεία της πολιτιστικής ζωής της χώρας, ξεκινώντας από τον Περικλή και καταλήγοντας στο δυσοίωνο κορονο-σήμερα της καλλιτεχνικής απραξίας, της ανεργίας, και των ευθυνών της πολιτείας. Στην κατακλείδα του, το άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη αναφέρει ξεκάθαρα τι θεωρούσε ο ίδιος εθνικό κεφάλαιο για την χώρα. Κι αυτό που θεωρούσε προσπάθησε ακούραστα να το κάμει πράξη με την ζωή του.

«Σήμερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το πλοίο ΕΛΛΑΣ έχουν να κάνουν με το Μηχανοστάσιο και με τον τυφώνα Τουρκία. Το λιμάνι, όμως, στο οποίο θα πρέπει να κατευθύνεται είναι η Παιδεία και ο Πολιτισμός. Και ποιος φροντίζει γι’ αυτή την πορεία, αφού κυβέρνηση και αντιπολίτευση απασχολούνται μονάχα με το Μηχανοστάσιο και τον θυελλώδη καιρό που μας θαλασσοδέρνει χωρίς να υπάρχει πολιτιστικό όραμα;

Κάποτε το Μηχανοστάσιο θα διορθωθεί και θα έρθει μπουνάτσα.

Τότε και μόνο τότε, η πολιτική ηγεσία θα ανακαλύψει ότι το λιμάνι στο οποίο θα έχουμε φτάσει, θα είναι μια αδιέξοδη λιμνοθάλασσα με μοναδικό πολιτιστικό ήχο τον κοασμό των βατράχων…»

 

 

peakupnews.gr

Πηγή :

in.gr

News247.gr

protothema.gr

 

 

 

 

 

 

- Advertisment -

Most Popular